Βαρκελώνη, καπναπαγόρευση και άλλα ανθρώπινα… a fiction story

//

Η σφυρίχτρα του φύλακα της Caza Mila σφύριξε τρεις φορές. Αυτό σε γενικές γραμμές σήμαινε ότι έπρεπε να ξεκουμπιστώ ακριβώς εκείνη τη στιγμή, χωρίς καμία περαιτέρω καθυστέρηση. Εξάλλου ήμουν ο τελευταίος που είχα απομείνει στην ταράτσα. Οι τελευταίοι τουρίστες είχαν συμμορφωθεί με το αμέσως προηγούμενο σφύριγμα, περίπου δέκα δευτερόλεπτα νωρίτερα.

Mόνο που εγώ δεν ήμουν τουρίστας. Η δημοσιογραφική μου ιδιότητα και κάρτα άφησε παγερά αδιάφορο τον ανίκανο να επικοινωνήσει σε άλλη γλώσσα – εκτός της μητρικής του – φύλακα. Δυστυχώς έπρεπε να ξαναπεράσω την επομένη για να σκανάρω τα υπόλοιπα σημειώματα που είχανε σκαλίσει, διάφοροι ερωτευμένοι πάνω στον σοβά των περίτεχνων καμινάδων. Ήταν ένα από τα θέματα που έπρεπε να φέρω μαζί μου πίσω στην πατρίδα. Αυτή η άθλια ταπετσαρία σκαλιστών μηνυμάτων στις καμινάδες του αριστουργήματος του Gaudi. Θέμα μείζον στην Unesco, σχετικά με την καταστροφή της παγκόσμιας κληρονομιάς, αλλά ταυτόχρονα θέμα προσοδοφόρο για το υπουργείο πολιτισμού της Ισπανίας που στο αντίτιμο του εισιτηρίου για την Caza Mila συμπεριλάμβανε κι αυτόν τον μικρό, αλλά γοητευτικό – γι αυτούς – βανδαλισμό. Η αλήθεια είναι πως η παρατεταμένη οικονομική ύφεση στην Ευρώπη, πολλές φορές δεν άφηνε περιθώρια για ρομαντισμούς. Μάζεψα τα ζιμπράγκαλά μου και χαιρέτισα τον φύλακα. Εξάλλου είχα σκάσει από ώρα για ένα τσιγάρο, πράγμα που αναπόφευκτα θα με οδηγούσε στη Rambla. Γιατί αυτό; Σωστά, οφείλω μια εξήγηση:


Η Rambla λοιπόν
, ο γνωστός πεζόδρομος στο κέντρο της Βαρκελώνης, ήταν ο μόνος τόπος σε αυτή την πόλη όπου επιτρεπότανε το κάπνισμα. Αυτό συνέβαινε σε όλες τις πόλεις εδώ και χρόνια. Είχανε χτιστεί, σε όλο τον κόσμο, ειδικά κουτιά – δωμάτιa σαν τις τουαλέτες δρόμου ένα πράγμα, για να μπαίνουν μέσα και να καπνίζουν τα χαρμάνια. Αυτή – η Βαρκελώνη – είχε το προνόμιο να διαθέτει όλον τον πεζόδρομο της Rambla για αυτή τη χρήση. Και όπως ήταν φυσικό, γινόταν ένα εντυπωσιακό πανηγύρι όλη μέρα εκεί. Κάτι στο οποίο η συγκεκριμένη περιοχή ήταν συνηθισμένη από τα χρόνια που μάζευε φρικιά, τουρίστες, ζογκλέρ, χορευτές, ζωντανά αγάλματα, πουτάνες, τραβεστί και κάθε άλλο είδος ελεύθερων περιπλανώμενων. Τώρα υπήρχαν όλοι οι παραπάνω συν όλα τα χαρμάνια της Καταλονίας, συν όλους τους χαρμάνηδες τουρίστες της Καταλονίας, συν όλους εκείνους που είχανε τέλος πάντων κάποια δουλειά σ΄ αυτή την περιοχή και τύχαινε να είναι καπνιστές. Το θέαμα τη νύχτα, από κάποιο ψηλό σημείο της πόλης ήταν εντυπωσιακό. Η περιοχή φαινόταν από χιλιόμετρα μακριά σαν ένα φωτεινό σύννεφο. Αποτέλεσμα βέβαια αυτού, ήτανε να έχει η Βαρκελώνη δυσμενείς ταξιδιωτικές οδηγίες από τα τουριστικά γραφεία – κυρίως της Αμερικής – αλλά αυτό σε γενικές γραμμές δεν αποτελούσε πρόβλημα, απεναντίας θα έλεγα, για τον τουρισμό, μιας και οι νικοτηνάκηδες αυτού του κόσμου ήταν υπέρ αρκετοί για να συντηρήσουν τουριστικά την περιοχή. Υπήρχαν μάλιστα πλούσιοι που μένανε πια σχεδόν μόνιμα στα ξενοδοχεία της περιοχής, όπου η γη ήτανε πια μια από τις πιο ακριβές του πλανήτη.


Μεγάλη μπίζνα η Βαρκελώνη
. Το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων της πόλης προέρχονταν τελικά από τον καπνιστό τουρισμό. Αυτό σαφώς θα μπορούσε να έχει γίνει και στην Ελλάδα. Η Ελλάδα ήταν από τις λίγες χώρες στον κόσμο που τα σχέδια για αποκαπνοποίηση δεν κατάφεραν ποτέ να εφαρμοστούν. Και η Ελλάδα, όπως πάντα δεν κατάφερε να το εκμεταλλευτεί. Ενώ θα μπορούσε να έχει μετατραπεί σε έναν παγκόσμιο παράδεισο καπνιστών, άφησε για άλλη μια φορά την ευκαιρία να πηδήξει σε διπλανές χώρες όπως η Τουρκία και μερικές από τις πρώην Γιουγκοσλαβικές δημοκρατίες. Εν πάση περιπτώσει δεν είναι της παρούσης να σχολιάσουμε σε αυτό εδώ το σύγγραμμα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη αυτό. Ωστόσο ανήσυχα ελληνικά πνεύματα υπήρχαν παντού. Για παράδειγμα, ο Σταύρος ο Κολοσσός ήτανε ένας κτηνώδης ροδίτης, κοντά στα εκατόν εξήντα κιλά και δίμετρος. Είχε χρόνια στην Βαρκελώνη, από πιτσιρικάς. Είχε έρθει για διακοπές, κόλλησε με μια γκόμενα τη Λούρντες που δούλευε σε ένα από τα τουριστικά μπαρ στο Mare Magnum και είπε να την πέσει λίγο καιρό.

Κατόπιν είδε ότι σε αυτή την πόλη μπορείς να βγάλεις λεφτά με οποιονδήποτε τρόπο σου καπνίσει και για κάνα δυό χρόνια έκανε κι αυτός το ζωντανό άγαλμα στη Rambla. Μόνο που αυτός σαν έλληνας είχε καλύτερη έμπνευση. Ήτανε ντυμένος κουράδα – έτσι δεν κουραζότανε κι όλας – και είχε γύρω του μέχρι και μερικές ηλεκτρικές μυγούλες για το εφέ της υπόθεσης. Έτσι μάζευε όλο το χρήμα. Έσκαγε και πέντε φράγκα στην ρωσική μαφία για να μη του τα πρήζουν και όλα καλά. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ρεμάλια αυτής της πόλης που τρώγανε αμέσως τα κέρδη τους σε ξίδια και πούρα, ο Σταύρος κατόρθωσε να φτιάξει ένα καλό μασούρι. Κι όταν τον βρήκε η παγκόσμια καπναπαγόρευση, τον βρήκε και η καλύτερη ιδέα: Δεδομένου ότι όλες οι ασφαλιστικές εταιρείες είχαν αποκλείσει από πελάτες τους όσους είχαν την έμπνευση να καπνίζουν και τα κρατικά ασφαλιστικά ταμεία και ιδρύματα ήταν από καιρό παρελθόν, οι καπνιστές ήταν αποκλεισμένοι σε ότι αφορά τους τομείς της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και της συνταξιοδότησης. Ο Σταύρος λοιπόν ήταν ο πρώτος που ίδρυσε μια ασφαλιστική εταιρεία αποκλειστικά για καπνιστές, την Tar Insurance, και όπως είναι φυσικό έγινε μέσα σε λίγο καιρό εκατομμυριούχος! Είχα ραντεβού με τον Σταύρο, ήταν το δεύτερο θέμα που θα έφερνα στην πατρίδα.

Έκανα στα πεταχτά τρία τέσσερα τσιγάρα και μπουκάρισα σε ένα λαθραίο ταξί για να με πετάξει μέχρι το ραντεβού. Ο Σταύρος, που λέτε, καθότανε στο Les Caracoles, ένα εξειδικευμένων γεύσεων πανάκριβο εστιατόριο, που είχε ξεκινήσει από παλιά κάπου στην Plaza Reyal, αλλά τώρα είχε υποκαταστήματα σε όλα τα γαμάτα σημεία της πόλης. Το συγκεκριμένο, στο οποίο καθότανε ο Σταύρος με τους αυλικούς του, ήτανε στο πάρκο Guell, το γνωστό πάρκο που είχε σχεδιάσει ο Gaudi. Για την ακρίβεια ήταν εγκατεστημένο στο υπόστεγο με τις κολόνες. Οι ψησταριές και η κουζίνα αυτή την εποχή ήταν ακόμη υπαίθριες, δεξιά και αριστερά από τις σκάλες και το θέαμα καθώς ανέβαινες ήταν άκρως εντυπωσιακό. Ζωντανοί αστακοί γινότανε πυροτεχνήματα μέσα σε σύννεφα ψεκασμού με ασετόν, καπνιστά χοιρομέρια πανάρονταν μέσα σε σκάφες με φρυγανιά και σαλιγκάρια, κοτόπουλα παραγεμισμένα με παστό μπακαλιάρο φέρνανε την υπ΄ αριθμόν 3.266 στροφή τους στη σούβλα πριν καταλήξουν στο παχύ έντερο κάποιου σαπιοκοιλιά επιχειρηματία ή ντόπιου παράγοντα. Ο μονίμως μουτρωμένος μετρ μου πρότεινε να καθίσω σε μια καρέκλα, απέναντι από τον Σταύρο. Ο Σταύρος μου χαμογέλασε, σερβίροντας μου κρασί.

-«Καλώς ήρθατε αγαπητέ!» –
«Καλώς σας βρήκα…»
-«Σας έφερα εδώ για να δείτε πως αυτό που αναφέρατε το πρωί, στο τηλέφωνο, ως ιεροσυλία έχει πάψει να υφίσταται ως όρος εδώ και πολλά χρόνια…»
-«Μα, εστιατόριο στο πάρκο που σχεδίασε ο αείμνηστος;…»
-«Εστιατόριο στο πάρκο του Gaudi, γιατί όχι; Δεν πρέπει να έχει χρήση ένας χώρος, μόνο και μόνο επειδή είναι όμορφος;»
-«Ε, δεν είναι ακριβώς έτσι… Αν είναι, να αρχίσουμε να κάνουμε και στην Ακρόπολη psycho parties!»
-«Άσχημα θα ήταν; Δέκα εκατομμύρια τρελαμένα πιτσιρίκια το χρόνο, φρέσκος τουρισμός με μια κίνηση. Γι αυτό δεν πάτε μπροστά στην Ελλάδα. Είστε ακόμη κολλημένοι σε έναν στείρο σεβασμό προς την παράδοση, προς τις αξίες … μα ποιες αξίες; Ο κόσμος πρέπει να προχωράει μπροστά!»
-«Μα, χαλώντας τα έργα των παρελθόντων πολιτισμών;»
Τα έργα στα οποία αναφέρεστε πρέπει να συνεχίσουν τη δημιουργική τους διαδρομή μέσα στο χώρο των φάσεων,… μέσα στον χρόνο για να μη σας μπερδεύω. Αλλιώς, είναι νεκροταφεία των πολιτισμών και τα νεκροταφεία είναι πολύ άσχημο θέαμα, δε συμφωνείτε;»
-«Ε, όπως τα λέτε…»
-«Αν δεν κάνω λάθος, εκεί στην Ελλάδα διατηρείτε ακόμη κάτι βλακείες σαν τα λαδάδικα, στη Θεσσαλονίκη, την Πλάκα, στην Αθήνα και μερικά μνημεία κλειστά ή με μίζερες χρήσεις, μουσειακές κυρίως… δεν είναι αστείο;»

Ομολογώ ότι ήμουν πολύ κοντά στις απόψεις του Σταύρου του Κολοσσού
, αλλά δε είχα τολμήσει ποτέ ως τώρα να τις εκφράσω δημόσια. Έτσι, δέχτηκα με χαρά την οικονομική του πρόταση, με αντάλλαγμα να φτιάξω τη δημόσια εικόνα του στην Ελλάδα. Στόχος του φυσικά μερικές επενδύσεις, σχετικά με τη δημιουργική επανάχρηση γνωστών μνημείων. Αν όλα πηγαίνανε καλά, θα με περίμενε μια θέση καλλιτεχνικού διευθυντή στο Μαντείο των Δελφών. Αν πάλι το project σκάλωνε στην αρτηριοσκλήρυνση των πολιτικών στην Ελλάδα, μια θέση αγάλματος στη Ramblas είναι πάντα μια αρχή…

Advertisements
Comments
4 Σχόλια to “Βαρκελώνη, καπναπαγόρευση και άλλα ανθρώπινα… a fiction story”
  1. Ο/Η idiadromi λέει:

    ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • Thessaloniki 360 virtual city guide

  • Chalkidiki 360

  • Αrchitectural Visualization

  • Little Planet

Αρέσει σε %d bloggers: