Berlin, μαλλον Φλεβαρης…

//

Έπινα το όγδοο Tullamore Due στο αγαπημένο μου cafe Esplanade .

Έξω, οι νιφάδες του χιονιού που κατάφερναν να περάσουν από τον θόλο έφταναν μέχρι το υγρό έδαφος και ξαναγίνονταν ξενέρωτο νερό και μάλιστα λασπόνερο. Δυό πιτσιρικάδες παίζανε με την κρούστα πάγου που είχε πιάσει το σιντριβάνι. Σκέφτηκα όλον αυτό τον καιρό που είμαι στο Βερολίνο και το κόλλημα που έχω φάει με αυτό το μαγαζί, που ζει ακόμη με σπασμένα τα γύψινα, εμφιαλωμένο μέσα στο παλιό Sony Center.

Δε μπορούσα να θυμηθώ που το ξέρω αυτό το μαγαζί… Είναι σα κάτι γνωστούς που τους πετυχαίνεις στο δρόμο, τους χαιρετάς και μετά αναρωτιέσαι: «Τον ξέρω το μαλάκα, αλλά από πού;» Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να περνάω και να τα πίνω κάθε βράδυ στο Esplanade, μέχρι να θυμηθώ. Άλλη μια εμμονή, θα μου πείτε, αλλά στο περιβάλλον που ζούσα εκείνη την εποχή, η εμμονή ήταν μία από τις πιο υγιείς καταστάσεις που μπορούσες να βρεις. Ποιο ήταν το περιβάλλον αυτό; Σωστά…

Ήμουν ένας από αυτούς που είχαν την «εξαιρετική» τύχη να διαβάζουν τα σενάρια στο Dumkopfhaus. Τι είναι το Dumkopfhaus; Πάλι σωστά… Πάμε από την αρχή:

Λίγο έξω από το Βερολίνο υπάρχει μια νέα περιοχή το Νέο Χόλυγουντ. Ιδρύθηκε από πρόσφυγες αμερικάνους, μετά την μεγάλη επίθεση το 2015 με τον βάκιλο του Άφραγκα, έναν συνθετικό βάκιλο με καταστροφικά αποτελέσματα, αφού το εφέ του στον άνθρωπο είναι ασυγκράτητη μανία ξοδέματος κάθε περιουσιακού στοιχείου σε ποταπές υλικές απολαύσεις. Τότε πολλοί κατεστραμμένοι οικονομικά αμερικάνοι, αλλά και υγιείς προκειμένου να γλιτώσουν ήρθαν στην Ευρώπη. Ιδρύθηκαν με τον τρόπο αυτό πολλές νέες πόλεις και περιοχές σε ολόκληρο τον γνωστό κόσμο.

Το Νέο Χόλυγουντ λοιπόν ξεκίνησε σαν ένας προσφυγικός καταυλισμός άφραγκων παραγόντων του θεάματος από την ομώνυμη πόλη. Γρήγορα η Γερμανική βιομηχανία σκέφτηκε πως είναι η μεγάλη της ευκαιρία για να αναλάβει τα ηνία. Οργανώθηκε λοιπόν σε ελάχιστο χρόνο μια μικρή πόλη – Studio για τις ανάγκες της νέας βαριάς βιομηχανίας της ενωμένης Ευρώπης. Η Ευρωπαϊκή κουλτούρα είχε βρει εν ολίγοις την ευκαιρία να εκδικηθεί για τις χολιγουντιανές πατάτες. Οι κατεύθυνση που θα ακολουθούσε το όλο πράγμα θα ήταν πειραματική και πρωτοποριακή. Εξάλλου τα πάντα είχαν γίνει πια. Τα ενδιαφέροντα σενάρια είχαν προ πολλού τελειώσει και ο κόσμος δεν ενδιαφέρονταν πια καθόλου για τον κινηματογράφο. Ήταν μάλλον το σωστό χρονικό σημείο για να γίνει μια νέα αρχή.

Ένα από τα εργαστήρια που αποτελούν την αιχμή του δόρατος αυτής της προσπάθειας είναι το γνωστό Dumkopfhaus. To χαρακτηριστικό, αυτού του εργαστηρίου, είναι το ότι είναι «άβατο» για τους ψυχικά υγιείς ανθρώπους. Μέσα εκεί ζουν απομονωμένοι από τον έξω κόσμο αρκετοί, αποδεδειγμένα, ψυχικά και διανοητικά διαταραγμένοι άνθρωποι, αλλά μιλάμε για τους πιο «εκτός δικτύου» απ όλους. Το ιατρικό προσωπικό κατευθύνει, όσο είναι δυνατόν, αυτές τις προσωπικότητες στο να παράγουν εικόνες και ιστορίες της αρεσκείας τους. Ειδική ομάδα καταγράφει και επιλέγει το υλικό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στη συνέχεια το υλικό αυτό μπαίνει σε μια τράπεζα απ όπου το προμηθεύονται οι διάφοροι σεναριογράφοι – παντοσυνδεσμολόγοι για να το συνθέσουν σε ταινία.

Εγώ λοιπόν, ανήκα στην ομάδα ανάγνωσης των σεναρίων αυτών.

Αγοραφοβία, αδυναμία συγκέντρωσης, σύνδρομα καταδίωξης ,κρίσεις παράνοιας και παραισθήσεις, τα καθημερινά υλικά της δουλειάς μου. Το ξανασκέφτηκα κι ένιωσα πολύ τυχερός που έρχομαι πρώτος σε επαφή με αυτά τα εξωφρενικά πλάσματα της φαντασίας, πειραγμένων – κατά το μέσο όρο – εγκεφάλων.

Ξαναγύρισα στο ποτό μου. Η καλή μου μπαργούμαν το είχε ήδη ανανεώσει όσο ήμουν αφηρημένος. Ξανακοίταξα το κείμενο που είχα μπροστά μου. Το συνήθιζα αυτό, το να δουλεύω στο Esplanade. Όσο περισσότερες ώρες καθόμουν εκεί, τόσο περισσότερες πιθανότητες είχα να θυμηθώ από πού γνωριζόμασταν με αυτό το μαγαζί.

Αυτό που διάβαζα σήμερα ήταν ένα βερμπαλιστικό και χαώδες δεκασέλιδο διήγημα νοσηρής φαντασίας (sick fiction) χωρίς εμφανή σκοπό και στόχο, που έγραψε ο γιός μιας από τις αφεντικίνες μου. Το ονόμαζε «Ο Διονύσης και η Βδέλλα». Ο τύπος έγραφε σαν μανιακός ποίηση και ήταν η πρώτη φορά που κατόρθωσε να γράψει κάτι πεζό. Το έγραψε σε δώδεκα λεπτά.

Προσπάθησα να βυθιστώ και πάλι στο κείμενο και το μάτι μου έπεσε σε μια σειρά που έγραφε πως ο ήρωας προσπαθούσε να τραγουδήσει το From Her to Eternity. Κόλλησα…ένιωσα ότι μου έρχεται ο σύνδεσμος που έλλειπε με το Esplanade. Ήταν εκεί κάπου σφηνωμένος μέσα στους αύλακες του εγκεφάλου αλλά δεν κατέβαινε!

Έβαλα το παλτό, το κασκόλ και τα γάντια κι άφησα στην κοπέλα του μπαρ τριάντα Uni, δηλαδή καμιά εκατοστή Euro. Βγήκα έξω. Άρχισα να παίζω με τα ορατά μου χνώτα, καθώς ξεκίνησα να περπατάω προς τα κει που φαινόταν ο πύργος στην Alexander Platz, χαζεύοντας και κάτι ψιλές νιφάδες που μάταια προσπαθούσαν να αντισταθούν στη βαρύτητα. Η αγαπημένη μου ποδαράτη βραδινή διαδρομή στο κέντρο: Friedrichstrasse και μετά Unter den Linden. Η κίνηση στους δρόμους ήταν σχετικά αραιή για την ώρα μιας κι έπαιζε ο τελικός του τηλεπαιχνιδιού «Τοξικές Ουρομαχίες» στο ZDF και όλος ο κόσμος ήταν καθηλωμένος στις τηλεοράσεις του. Μια ωραία αλλά εμφανώς πειραγμένη τύπισσα έγραφε κάτι κυριλλικά με σπρέι στη τζαμαρία των Galleries La Fayette του Nouvell.

Με το μυαλό μουδιασμένο από το Tullamore και τη βουτιά στη μαύρη τρύπα της μνήμης μου, δεν κατάλαβα πότε έφτασα στο Telecafe, εκεί ψηλά στον πύργο. Στάθηκα μπροστά στο τζάμι και κοίταξα το Βερολίνο που για άλλη μια φορά μου φαινόταν σα μακέτα, 200 περίπου μέτρα παρακάτω. Το Νησί των Μουσείων ήταν μπροστά μου και πάλι, σα να επέμενε να το επισκεφτώ, αλλά εγώ ο αχαΐρευτος… Πες ότι είναι άλλη μια εμμονή. Δε μπορώ τα μουσεία…

Ζήτησα από το μπαρ ένα ποτό και συνέχισα να κοιτάζω από ψηλά… Και ο συνδετικός κρίκος βρέθηκε. Θυμήθηκα τους αγγέλους στα «Φτερά του Έρωτα» του Βέντερς. Και την συναυλία του Cave, … Αυτό ήταν! Από κει γνωριζόμασταν λοιπόν. Στο café Esplanade του πάλαι ποτέ Grandhotel Esplanade έπαιζε ο Cave, live στην ταινία. Μάλιστα η μοναδική φωτογραφία που έβγαλα ποτέ από το εσωτερικό του μαγαζιού – μιας και δεν επιτρέπεται – είναι στην ίδια γωνία με την κάμερα.

Ένιωσα εκείνη τη γαλήνη, όπως μετά τον οργασμό. Ήμουν πια ελεύθερος να πάω σε όποιο άλλο καφέ ή μπαρ γούσταρα. Τέλος με το Esplanade. Ξεκίνησα για την Hackesher Markt, να χαζέψω λίγο τις πουτάνες και να πιω κανα αψέντι σε κανένα από τα μπαρ που υπάρχουν άφθονα κρυμμένα μέσα στις αυλές.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • Thessaloniki 360 virtual city guide

  • Chalkidiki 360

  • Αrchitectural Visualization

  • Little Planet

Αρέσει σε %d bloggers: