Ο άνθρωπος που κοιμόταν όρθιος (8)


Μετά από ένα
απροσδιόριστο χρονικό διάστημα ο ταρίφας σταμάτησε και είπε κάτι ακατανόητο στον Γιόσνι που αφού ξύπνησε από τον τουριστικό του λήθαργο, καθώς χάζευε την πόλη, κοίταξε γύρω του κι αφού είδε το σιντριβάνι κατάλαβε ότι φτάσανε. Έδωσε την κάρτα του στον ταξιτζή να πληρωθεί και βγήκε. Κοίταξε καλά γύρω γύρω προσπαθώντας να καταλάβει τι του θύμιζε το σκηνικό. Προφανώς η εικόνα του σιντριβανιού με τα κογιότ είχε σφηνωθεί κάπου μέσα στους νωθρούς αύλακες (ζάβλακες) του εγκεφάλου του από τότε που δούλευε σαν ζωντανό σταντ για διαφημιστικά φυλλάδια σε κάποιο ταξιδιωτικό γραφείο. Ωστόσο η περιοχή ήταν σαφώς αλλαγμένη, μιας και γύρω από το σιντριβάνι είχε αναπτυχθεί μια από τις πλέον σύγχρονες κρεαταγορές της κεντρικής Αμερικής.


Ο Γιόσνι βέβαια δεν φορούσε, ούτε και κουβαλούσε, ποτέ του ρολόι κι έτσι δεν ήξερε αν ήρθε στην ώρα του ή πόσο νωρίτερα. «Θα κάτσω και θα περιμένω…», σκέφτηκε και πλησίασε στο σιντριβάνι. Έβγαλε το παπούτσι του και κάθισε στο πεζούλι. Και τότε συνειδητοποίησε πως το σιντριβάνι δεν είχε νερό. «Τώρα τι κάνουμε; Πώς θα με αναγνωρίσει ο άνθρωπος; Ο άλλος στο τηλέφωνο το είπε καθαρά: Θα βγάλεις τα παπούτσια σου και θα βάλεις το ένα πόδι στο νερό για να σε γνωρίσει ο άνθρωπός μου. Τι να κάνω; Να πάω να πάρω μερικά εμφιαλωμένα;»


Κοίταξε γύρω του, δεν υπήρχε ψυχή… Σκέφτηκε ότι και να υπήρχε ψυχή δεν θα μπορούσε να του φανεί και ιδιαίτερα χρήσιμη, δεδομένης της αδυναμίας του να επικοινωνήσει με έμβια όντα οποιασδήποτε άλλης γλωσσολογικής τεχνοτροπίας εκτός από τη μητρική του. Μητρική του που λέει ο λόγος δηλαδή, αφού η μητέρα του ήταν πολωνέζα που είχε έρθει για διακοπές κάποτε στον Μακρύγιαλο Πιερίας κι έτσι γνώρισε τον πατέρα του. Κάθισε, σχεδόν προβληματισμένος, στο στεγνό πεζούλι του σιντριβανιού με το ένα πόδι μέσα. Κοίταξε τον ουρανό μπας και το πάει κάποια στιγμή για βροχή και γεμίσει το σιντριβάνι. Ξαστεριά θανάτου και ξηρασία. Σκέφτηκε μέχρι και να κατουρήσει για να γεμίσει το σιντριβάνι αλλά ντράπηκε. Πέρασε αρκετή ώρα και την αμηχανία του την πλήρωνε το κακόμοιρο αριστερό του ρουθούνι.

Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν ένας αρχαίος πράσινος σκαραβαίος με ταμπέλα ΤΑΧΙ φρενάρισε απότομα πίσω από την πλάτη του Γιόσνι. Ο οδηγός έσκυψε στο παράθυρο του συνοδηγού και φώναξε:


Ε, πατρίδα!!! Πώς είναι το νερό; Ζεστό ζεστό;»

Σκατά ρε πατριώτη, άδειο είναι το κωλοσιντριβάνι!», απάντησε ο χαζός μας ήρωας.

Ο οδηγός του σκαραβαίου με απορημένη φάτσα έκανε λίγα μέτρα μπροστά, έβγαλε το κινητό του κι άρχισε να μιλάει. Ο Γιόσνι προχώρησε προς το μέρος του γιατί σκέφτηκε πως ήταν ευκαιρία να ζητήσει βοήθεια από τον αναπάντεχο ελληνόφωνο ταξιτζή. Έσκυψε στο παράθυρο την ώρα που ο οδηγός έκλεινε το τηλέφωνο, και του εξήγησε με λίγα λόγια το πρόβλημά του. Ο οδηγός με μια υβριδική φάτσα απέχθειας και συμπόνιας αναστέναξε:

Τελικά είσαι ηλίθιος. Σωστά κατάλαβε το αφεντικό. Μπες μέσα γρήγορα.», είπε και του άνοιξε την πόρτα δείχνοντάς του να καθίσει στο πίσω κάθισμα, αφού δεν υπήρχε συνοδηγού.

Η είσοδος του Γιόσνι στον σκαραβαίο συνοδεύτηκε από μια κραυγή έκπληξης μιας και στο πίσω κάθισμα υπήρχε ήδη η μουγκή κοπέλα από το αεροπλάνο με δεμένα τα μάτια. Ο οδηγός γύρισε απότομα και με μια μαύρη αυτοκόλλητη ταινία έκλεισε και τα δικά του.

Εεπ! Τι έγινε ρε πατρίδα;», διαμαρτυρήθηκε ο Γιόσνι.

Σκασμός. Διαταγή του αφεντικού. Μη φοβάσαι, είναι για να μη δεις που πάμε.»

Α, καλά», είπε ο Γιόσνι και κάνοντας τάχα ότι ψάχνει στα τυφλά με το αριστερό του χέρι, χούφτωσε λίγο το δεξί μπούτι της μουγκής κοπέλας η οποία του ΄ριξε μια κουτουλιά κι έτσι ξεκίνησαν αφού υπάκουσαν στην εντολή του οδηγού «ήσυχα» και ησύχασαν.


Η διαδρομή ήταν εξαιρετικά βαρετή στο σκοτάδι κι ο Γιόσνι παρακαλούσε να ήταν τουλάχιστον όρθιος σε ένα λεωφορείο για να έριχνε κανέναν υπνάκο. Δεν ήταν όμως κι έτσι μετρούσε δεξιές κι αριστερές στροφές, στοιχηματίζοντας με τον εαυτό του για να περάσει η ώρα. Μετά από εβδομήντα έξι αριστερές, εκατόν επτά δεξιές και περίπου τριανταένα φανάρια, έχασε από τον εαυτό του το στοίχημα που είχε βάλει και αφορούσε κέρασμα ενός χάμπουργκερ φάλαινας από τα Mc Dolphins. Εντωμεταξύ το αυτοκίνητο είχε σταματήσει, σημάδι ότι είχανε φτάσει.


Ο οδηγός τους βοήθησε να βγουν κι αφού περπάτησαν σαρανταεπτά βήματα κι ανέβηκαν δεκαπέντε σκαλοπάτια ένοιωσε έναν οξύ και σύντομο πόνο και ξαναβρήκε το φως του. Χάιδεψε το πρόσωπό του και διαπίστωσε πως το ένα του φρύδι είχε μάλλον τελειώσει την καριέρα του πάνω στην αυτοκόλλητη ταινία. Διαπίστωσε ακόμη πως φορούσε μόνο ένα παπούτσι αφού το άλλο είχε προφανώς μείνει στο σιντριβάνι. Γύρισε και κοίταξε την κοπέλα και ένοιωσε καλύτερα αφού τουλάχιστον αυτός είχε τη μιλιά του. Σε μια κρίση αυτοεπιβεβαίωσης των φωνητικών του ικανοτήτων παρήγαγε το εξής:

Σε μια στοίβα καλαμιές, αποκοιμήηηθηηηκα… ααααα βραχχ γκροπ γκροπ μιλάω μιλάω πιπιριπιπίμ αφες αυτοίς ου γαρ είδασι τι ποιούσι!» και λιποθύμησε.


συνεχίζεται…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • Thessaloniki 360 virtual city guide

  • Chalkidiki 360

  • Αrchitectural Visualization

  • Little Planet

Αρέσει σε %d bloggers: