Ο άνθρωπος που κοιμόταν όρθιος (4)

Ήτανε χαράματα όταν το κουδούνι στην μονοκατοικία χτύπησε έντονα. Η Κούλα σηκώθηκε κι άνοιξε, φορώντας ένα see through κοντό νυχτικό. Να σημειώσουμε εδώ ότι κρατιέται σχετικά καλά, δεδομένου ότι αυτή την εποχή ο μέσος όρος ηλικίας έχει ανέβει στα 123 χρόνια για τις γυναίκες και στα 86 για τους άνδρες. (Η διαφορά αυτή δεν έχει διευκρινιστεί ακόμη από καμία επιστημονική κοινότητα).


Του κυρίου Μιχαήλ Παπατσιρλιάρη;», ρώτησε ο ύποπτα καλοντυμένος κύριος που συνοδευόταν από οχτώ ή και παραπάνω οπλισμένους ένστολους.

-«Και της κυρίας Κούλας ντε Μπορ!», απάντησε με υπεροψία η Κούλα.

-«Δε μας ενδιαφέρει κυρία μου…Τον διεστραμμένο πορνόγερο ψάχνουμε!»

-«Τότε σίγουρα κάνετε λάθος. Ο δικός μου νομίζει ότι το Σεξ είναι χωριό στη Σκοτία!», κι έκανε να κλείσει την πόρτα.

-«Σας παρακαλώ κυρία μου, έχουμε ένταλμα σύλληψης…», είπε ο καλοντυμένος και μπούκαρε μέσα σπρώχνοντας την Κούλα που έπεσε στο πάτωμα αφήνοντας να φανεί το φωτεινό με οπτικές ίνες στρινγκάκι της.

Οι ένστολοι ξεχύθηκαν στα δωμάτια και σε ένα λεπτό επανήρθαν στο καθιστικό κρατώντας οι μισοί τον γερο Μικέ από τον γιακά της πιτζάμας και την ενενηντάχρονη από το μαλλί, μιας και ήταν το μόνο που φορούσε.

-«Χα…με έναν σμπάρο δυό τρυγόνια! Εσύ την έκρυβες τη γριά τσούλα, ε;», ρώτησε ο καλοντυμένος με ομολογουμένως αρκετή ειρωνεία στο ύφος του.

-«Γριά τσούλα είναι η μάνα σου κωλομπαρόμπατσε!», του ΄φτυσε ο γερο Μικές φανερώνοντας ελαφρώς την αδυναμία του και συνέχισε μέσα από τα δόντια του:

-«Γαμημένο echelon, που στο διάολο μας ανακαλύψανε;»

-«Μήπως αυτό είναι δικό σας;», ρώτησε ο καλοντυμένος δείχνοντας του το δίσκο που κουβαλούσε τις φάντες και τον ελληνικό και για κακή του τύχη είχε ξεχάσει στον τόπο του εγκλήματος.

Δεν κατάλαβα ρε γεροξούρα…φέρνεις γριές πουτάνες στο σπίτι την ώρα που εγώ κοιμάμαι ψόφια επειδή τρέχω σχεδιάζοντας ηλεκτροβόθρους για το κωλονήσι, για να μας ζήσω; Πού την ψώνισες τη ζαρωμένη ξέκωλη; Ου να μου χαθείς…ούτε καφετζής σε κανένα Κ.ΑΠ.Η. διεστραμμένων να ήσουνα… αίσχος!»


Έτσι είπε και ελάλησε η Κούλα χωρίς να καταλάβει ότι η υπόθεση που έκανε δεν απείχε και πολύ από την πραγματικότητα.

-«Άντρας σας είναι τελικά αυτό το ον, ε;…Σας λυπάμαι κυρία μου, αλλά…δεν ξέρω αν το γνωρίζατε ότι όντως παρίστανε τον καφετζή σε έναν πολυτελή κερχανά ηλικιωμένων στο κέντρο. Έφερνε αθώα θύματα σε κάτι σαρκοβόρα ραμολιμέντα σαν κι αυτήν…»

-«Ε…είμαι σοκαρισμένη αλλά…δεν μπορώ να πιστέψω ότι είναι ικανός για κάτι τέτοιο. Είστε σίγουροι; Να μη σας προσβάλω αλλά γενικά σας θεωρώ λίγο μαλάκες…»

-«Πάρτε την κι αυτήν!», ούρλιαξε ο ύποπτα καλοντυμένος κύριος.

-«…είναι σίγουρα στο κόλπο…εξάλλου χωριό που φαίνεται…», συνέχισε χαμογελώντας ειρωνικά και σηκώνοντας με το περίστροφο το see through κοντό νυχτικό για να φανεί το φωτεινό στρινγκάκι.


Ο γερο Μικές όντας όντως ένας άνθρωπος απελπιστικά χαμηλού προφίλ και χωρίς καμία επιθυμία ανάληψης κάποιας πρωτοβουλίας, στεκόταν σαν παροπλισμένη κολώνα της ΔΕΗ (απ αυτές τις παλιές τις ξύλινες). Η μόνη κίνηση που έκανε – ασυναίσθητα ή όχι δεν το γνωρίζει ούτε ο συγγραφέας αυτού του μυθιστορήματος – ήτανε να ψιλοχαϊδεύει το αριστερό κωλομέρι της ενενηντάχρονης.

-«Φορτώστε τους όλους!», διέταξε ο καλοντυμένος και οι ένστολοι υπάκουσαν όλοι.

Σε λίγα δευτερόλεπτα ο ήχος της υδραυλικής πόρτας της κλούβας που έκλεινε ακούστηκε. Τελευταίος ήχος ο κινητήρας καθώς απομακρύνονταν και μετά πάλι μια σχετική ηρεμία τόσο στο σπίτι όσο και στον κήπο. Τόση, ώστε τίποτε να μην ταράξει τον ύπνο του Γιόσνι μέσα στην ντουλάπα.


Πέρασαν δεκατέσσερις μέρες ώσπου ο Γιόσνι να αποφασίσει να ξυπνήσει
. Κι αυτό κυρίως, όχι γιατί χόρτασε ύπνο αλλά επειδή πρήστηκαν τα πόδια του από την ορθοστασία. Άνοιξε την πόρτα της ντουλάπας κι έριξε μια ματιά έξω. Τεντώθηκε και μπήκε στο σπίτι από τη πόρτα του κήπου. Κοίταξε εδώ κι εκεί μπας και είναι κανένας αλλά τίποτε. Φαντάστηκε πως κάπου θα έχουν βγει όλοι και μπήκε στην τουαλέτα. Χωρίς να έχει συναίσθηση του πόσες μέρες είχαν περάσει, ενώ κοιμόταν, κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη και αντικρίζοντας τη μάπα του με μούσι δεκαπέντε ημερών, λιποθύμησε. Το κουρασμένο του κορμί διατήρησε την κατάσταση λιποθυμίας για άλλες τέσσερις μέρες, ώσπου, τουλάχιστον, να ξεπριστούν τα πόδια του. Κάποια στιγμή τα κατάφερε να σηκωθεί. Προσπάθησε να καταλάβει τι γινόταν με το μυαλό του να μην είναι και ιδιαίτερα πρόθυμο να τον βοηθήσει. Σηκώθηκε, πήρε την laser ξυριστική μηχανή του γερο Μικέ και σε μισό λεπτάκι ήταν όπως πρώτα. Τράβηξε κατά κουζίνα μεριά, έβγαλε κάτι σαλάμια που βρήκε και άρχισε να τα καταβροχθίζει με το γνωστό αφηρημένο ύφος του αγουροξυπνημένου.

Συνεχίζεται…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • Thessaloniki 360 virtual city guide

  • Chalkidiki 360

  • Αrchitectural Visualization

  • Little Planet

Αρέσει σε %d bloggers: