Ο άνθρωπος που κοιμόταν όρθιος (3)

Στο σημείο αυτό της διήγησης η δική μας κάμερα γυρνάει και κάνει ζουμ στην Κασσάνδρα η οποία βρίσκεται σε θερμό εναγκαλισμό με τον επικεφαλής της επιχείρησης και φωνάζει:

-«Τρέχτε! Μην τους χάσετε…τόσο καιρό παρίστανα την γεροντοτσούλα για να ξεσκεπάσω την πορνόγρια και την γιάφκα της. Έχει πρηστεί το μάτι μου από την τσόντα και τα ρυτιδιασμένα πέη (πέη είπε, αλήθεια – όχι πούτσες ή ψωλές), είστε άχρηστοι…πιάστε τους…»

-«Ησύχασε γλυκιά μου, θα τους πιάσουμε! Εσύ έκανες καλή δουλειά…Πάντως τον Σωτήρη δεν έπρεπε να τον χτυπήσεις τόσο δυνατά…Είπαμε για ξεκάρφωμα, αλλά του ’σπασες τα μούτρα!»

-«Αφού μου έπιασε τον κώλο, ο νεκρόφιλος! Κι έπειτα…να μου πάρεις άλλο κινητό, πιο ελαφρύ…»

Ό, τι θέλει η πεσκανδρίτσα μου!», της είπε ο επικεφαλής και της χάιδεψε τα σταχί μαλλιά και το ρυτιδιασμένο της μέτωπο.


Ο επικεφαλής ήταν ένας πενηντάρης, υψηλόβαθμο στέλεχος στη ασφάλεια, γι αυτό δεν αναφέρουμε και το όνομά του.
Ήταν μέγιστο φασιστόμουτρο και αρχιρατσιστής του κερατά, με οποιαδήποτε μειονότητα. Ωστόσο ήταν ένας διανοούμενος στο είδος του, καθότι είναι και ο συγγραφέας των γνωστών ρατσιστικών βιβλίων «Ου! Μωρή τραβέστω…» και «Τον Αζτέκο κι αν τον δέρνεις τη μαγκούρα σου χαλάς». Αυτό το τελευταίο προκάλεσε βέβαια πολλές συζητήσεις στους κύκλους του και μάλιστα σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό – στην αυτοβιογραφία του – ότι είναι γνήσιος απόγονος των Μάγιας. Ως διαταραγμένη προσωπικότητα, φυσικά είχε κι αυτός τα βίτσια του κι ένα από αυτά ήταν η Κασσάνδρα.

Η Κασσάνδρα δε, που ήταν συνταξιούχος τροχονόμος με απωθημένο να γίνει ντεντέκτιβ, βρήκε την ευκαιρία – με την αδυναμία του επικεφαλής – να διαλευκάνει αυτή την, απεχθή γι αυτόν, υπόθεση των οργίων του Συλλόγου Υπερηλίκων Νυμφομανών. Τόσο καιρό περίμενε μιαν ευκαιρία και το συμβάν με τον Γιόσνι ήταν ό,τι έπρεπε για να τους την στήσει. Από το παλιό κινητό είχαν καταγραφεί όλες οι συνομιλίες. Θα παρουσίαζε τον γερο Μικέ σαν τον μεσολαβητή που έφερνε τα ανυποψίαστα θύματα στον Σύλλογο και τον Γιόσνι ως ανυποψίαστο θύμα. Είχε καταφέρει με πολύ κόπο να κερδίσει την εμπιστοσύνη της ενενηντάχρονης με τον μανδύα του Ζορό και είχε συμμετάσχει σε ασύλληπτης αηδίας συνευρέσεις για να καταφέρει να γίνει ένα σωστό και έμπιστο μέλος.

Εδώ πάντως φαίνεται και πάλι το πόσο μικρός είναι ο κόσμος...Που να φανταστεί ο επικεφαλής ότι η αρχηγός του Συλλόγου, η ενενηντάχρονη, ήταν η μητέρα του οδηγού και που να φανταστεί ο άμοιρος οδηγός ότι πήγαινε να φορτώσει τη μάνα του. Έτσι τα φέρνει η μοίρα καμιά φορά (ή το Χάος, αν προτιμάτε ή τέλος πάντων η φαντασία του συγγραφέα). Το θέμα είναι ωστόσο πως η κακιά στιγμή του οδηγού έδωσε τη δυνατότητα στους τρεις να την κοπανήσουν. Το ανθρωποκυνηγητό που εξαπολύθηκε κατόρθωσε να κάνει αρκετή φασαρία στην περιοχή και κυρίως να θρέψει τα βραδινά δελτία ειδήσεων καθώς και την αντιπολίτευση η οποία μίλησε άλλη μια φορά για ακυβερνησία και ανικανότητα.

Οι Τρεις κατέληξαν αργά το απόγευμα στο σπίτι του Γιόσνι. Η μικρή ανάσα που πήρανε έγινε βαρύς αναστεναγμός όταν συνειδητοποίησαν, μέσω των ειδήσεων πως τα πράγματα δεν ήταν και τόσο απλά… Ο μπάτσος, ο Σωτήρης, είχε ακούσει τον οδηγό να φωνάζει «Μαμά!» στη θέα της ενενηντάχρονης. Ο γυμνός σάτυρος στο θυρωρείο, του οποίου την εικόνα είχαν από ερασιτεχνική λήψη ενός πιτσιρικά που έπαιζε με την καμερούλα που μόλις του είχε αγοράσει ο στοργικός του μπαμπάς (που παρεμπιπτόντως την απόσβεσε και με το παραπάνω πουλώντας την κασέτα με το υλικό στα κανάλια) ήταν η κεντρική εικόνα παντού. Ο μόνος που την είχε γλυτώσει ήταν ο στερημένος καφετζής. Τον είχε σώσει το σαδομαζοχιστικό παιχνίδι της ενενηντάχρονης. Ο γερο Μικές σε όλα τα πλάνα φορούσε μάσκα.


Οι Τρεις συνειδητοποίησαν ότι έπρεπε να φύγουν από το σπίτι του Γιόσνι.
Ο γερο Μικές προσπάθησε να τους εξηγήσει ότι «εμένα στ΄ αρχίδια μου γενικώς, δε με ξέρουν…», αλλά ο έρωτας που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται για την ενενηντάχρονη τον έκανε μόνο να καταπιεί τη γλώσσα του. Οι φάτσες τους σε μερικές ώρες είχαν γίνει γνωστές σε όλες τις ηλικιακές κατηγορίες και θα ήταν πραγματικά δύσκολο να κινηθούν. Το μόνο ασφαλές μέρος κατά τα φαινόμενα ήταν, τουλάχιστον για λίγο, το σπίτι του γερο Μικέ. Όταν του το πρότειναν τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Όχι τόσο για τον φόβο της εξέλιξης, όσο για το πώς θα συμπεριφερόταν ο ίδιος μπροστά στη γυναίκα του και στο νέο του έρωτα.

-«Κι αν η γυναίκα σου έχει δει ειδήσεις;», ήρθε η εύλογη απορία από την ενενηντάχρονη. Ο Γιόσνι δεν είχε έτσι κι αλλιώς το μυαλό να σκεφτεί κάτι τέτοιο. Εξάλλου το μόνο που σκεφτόταν ήταν ένα παλιό έστω ασανσέρ, από εκείνα με τις πορτούλες, για να κλείσει λίγο τα μάτια του.

-«Δεν έχουμε τηλεόραση…η γυναίκα μου είναι μακρινή ανιψιά του Γκυ ντε Μπορ…δεν είχαμε ποτέ. Μια φορά, πριν τριάντα χρόνια είχα πάρει κρυφά μια μικρή – χειρός – και την έκρυβα στο πατάρι, πίσω απ΄ τον θερμοσίφωνα. Όταν την ανακάλυψε, μου έκοψε το χαρτζιλίκι, το σεξ και το ρεύμα για τρεις μήνες».

-«Ωραία, μόλις νυχτώσει φύγαμε…δεν έχουμε άλλη λύση», είπε η ενενηντάχρονη.

-«Σε ποιόν όροφο μένετε;», ψέλλισε ο Γιόσνι.

-«Είναι μονοκατοικία…»

-«Όχι ρε πούστη! Δεν πάω πουθενά…με συγχωρείτε παιδιά, έχω πρόβλημα.»

Η κουβέντα που ακολούθησε ήταν διαφωτιστική σε ότι αφορά το πρόβλημα του Γιόσνι, αλλά και για κάποια από αυτά που συνέβησαν αυτή την περίεργη μέρα. Τελικά ο γερο Μικές κατάφερε να τον πείσει να πάει μαζί τους, αφού του υποσχέθηκε ότι θα αδειάσει μια παλιά ντουλάπα που είχε στον μπαχτσέ – με παλιά εργαλεία – για να κοιμηθεί εκεί.

Στο ταξί για το σπίτι κατάφεραν να βρουν και μια δικαιολογία για τη γυναίκα του γερο Μικέ. Θα της έλεγαν ότι είχαν γνωριστεί στη μεγάλη καταστροφή της Νέας Υόρκης το 2001.
Όντως ο γερο Μικές τότε βρισκόταν μετανάστης εκεί και δούλευε τα πρωινά σουβλατζής σε μια καντίνα κάτω από τους δίδυμους πύργους. Συνεννοήθηκαν και σε μερικές λεπτομέρειες όπως το ότι -τάχα- ο Γιόσνι ακόμη του χρωστάει το πρώτο σουβλάκι που πρόλαβε να φάει (γιατί το δεύτερο δεν πρόλαβε) ή η ενενηντάχρονη, εβδομηντάχρονη τότε, που πήδηξε από τον πρώτο όροφο και για καλή της τύχη έπεσε πάνω στην τέντα της καντίνας και σώθηκε. Μερικά τέτοια ψέματα θα κάνανε την ιστορία της γνωριμίας τους πιο πιστευτή στη γυναίκα του γερο Μικέ.

Ο γερο Μικές είχε γνωρίσει την ελληνογαλλίδα σύζυγό του στην καντίνα του, το 1999, όταν αυτή έκανε μεταπτυχιακό πάνω στην «ουρολογία και βιοϋδραυλική» στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης
. Είχαν επισκεφτεί τότε για εκπαιδευτική εκδρομή το World Trade Center για να υπολογίσουν με τι ταχύτητα πέφτουν τα λύματα στις αποχετεύσεις τέτοιας κλίμακας. Σε ένα διάλειμμα, η τσίκνα από τα σουβλάκια αντέδρασε χημικά με κάποιο κομμάτι από το DNA της Κούλας ντε Μπορ, η οποία χωρίς να χάσει χρόνο έστρωσε το διακριτικά στρουμπουλό της κωλαράκι σε ένα από τα σκαμπό της καντίνας και παρήγγειλε τρία διπλά. Ο έρωτας του ώριμου, τότε, Μικέ ήταν κεραυνοβόλος. Του ’φυγε η μουστάρδα μέσα στην ταμειακή, έριξε το τηγάνι με τα παραδοσιακά κεφτεδάκια, με λίγα λόγια τα γάμησε τη μάνα. Ανταλλάξανε τηλέφωνα και όλα πηγαίνανε καλά μέχρις ότου η Κούλα τέλειωσε το μεταπτυχιακό κι έπρεπε να γυρίσει σε μια από τις δυό πατρίδες της.

Δεδομένης της αεροφοβίας της, η Κούλα θα προτιμούσε – αν είχε φράγκα – να πάρει ένα Κονκόρντ και να πάει στην πατρίδα του πατέρα της σε τρεις μόνο ωρίτσες. Όσο λιγότερο χρόνο στο αεροπλάνο, τόσο το καλύτερο. Η οικονομική της όμως κατάσταση την έκανε να αποφασίσει να την κάνει κατά Καλαμαριά μεριά, στο πατρικό της μάνας της. Ο Μικές έκανε υπομονή. Είπε πως θα έμενε στα ξένα πεντέξι ακόμη χρονάκια να μαζέψει κανα φράγκο για να την παντρευτεί. Τα πράγματα πήγαιναν έτσι ακριβώς. Μετά το συμβάν όμως με την επίθεση στην Νέα Υόρκη, ο Μικές την ξανασκέφτηκε τη δουλειά και λέει: «Δεν είναι για μαλακίες!». Είχε και κοντά δυό χρόνια να γαμήσει, οπότε δεν έχασε λεπτό. Πούλησε ότι πραμάτεια είχε, χάλασε και μια συμφωνία για Franchise της καντίνας που έλεγε να κάνει και σε δυό τρεις μέρες ήταν στην αγκαλιά της καλής του. Από κει και πέρα τα, καμιά τριανταριά, χρόνια που ακολούθησαν δεν είχαν κανένα σοβαρό ενδιαφέρον.


Η Κούλα εδώ και μερικά χρόνια δουλεύει στην Θεσσαλονήσι Α.Ε. την εταιρεία που κατασκευάζει αυτό το μεγάλο νησί στον Θερμαϊκό κόλπο.
Είναι φυσικά Ουρολόγος – Βιοϋδραυλικός και ασχολείται συγκεκριμένα με την εφαρμογή του οργανικού δικτύου αποχέτευσης του νέου project.

Όταν οι Τρεις έφτασαν στο σπίτι η Κούλα ήταν ήδη εκεί και την είχε πέσει για ύπνο. Δεν χρειάστηκε λοιπόν να εξηγήσουν τίποτα, ο γερο Μικές άδειασε την παλιά ντουλάπα στον κήπο για να την «πέσει» ο Γιόσνι, καληνύχτισαν ο ένας τον άλλο και ξάπλωσαν, εκτός από τον Γιόσνι που στάθηκε.

διαφημιστική αφίσα για το Θεσσαλονήσι









Συνεχίζεται…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • Thessaloniki 360 virtual city guide

  • Chalkidiki 360

  • Αrchitectural Visualization

  • Little Planet

Αρέσει σε %d bloggers: