Ο άνθρωπος που κοιμόταν όρθιος (επεισόδιο 2)


Ο κόπος της δούλας Κασσάνδρας πήγαινε ολότελα χαμένος. Ο δύσμοιρος Γιόσνι… Θα περίμενε κανείς πως η αδυναμία στύσης οφείλονταν – όπως θα ήταν φυσικό – στην τραγωδία που παιζόταν μπροστά στο απελπισμένο του πέος. Ο ίδιος όμως – και για καλή του τύχη – δεν είχε τη δυνατότητα να παρακολουθήσει το αποτρόπαιο θέαμα.
Δεμένος όρθιος στην κολόνα, είχε βρει την ευκαιρία να ξεκουράσει λίγο την ύπαρξη του. Ακόμη και οι εφιάλτες έκαναν πίσω μιας και ο μεγαλύτερος εφιάλτης θα έρχονταν έτσι και άνοιγε τα μάτια του.

Η Κασσάνδρα ξαναφόρεσε τη μασέλα της και σηκώθηκε.

«Τιμώρησέ με αφέντρα! Δεν κατάφερα τίποτα…».-«Αύριο θα περάσεις πειθαρχικό συμβούλιο και θα προτείνω τριήμερη απομόνωση στην Αίθουσα Προβολών, δεμένη! Ούτε να αγγιχτείς δεν θα μπορείς! Χαχαχα…».

-«Ωιμέ! Θα κλείνω τα μάτια αλλά θα ακούω…Λυπήσου με…άφησέ μου τουλάχιστον ένα δάχτυλο ελεύθερο!»

Η ενενηντάχρονη κυρία με τα γνωστά αξεσουάρ δεν ασχολήθηκε άλλο με την Κασσάνδρα. Έπιασε τον γερο Μικέ από τα μαλλιά και τον σήκωσε όρθιο.

-«Εμείς οι δυό θα περάσουμε καλά!», του υποσχέθηκε και τον έσυρε μέχρι την τουαλέτα.


Ο γερο Μικές δεν έβγαλε άχνα. Όσες φορές είχε έρθει για παραγγελία στον Σύλλογο είχε δει πλήθος Υπέργηρων Νυμφομανών να επιδίδονται στη διήγηση ατέλειωτων ιστοριών για τα περασμένα μεγαλεία τους. Πολλές φορές είχε καθίσει στην πόρτα, κρυφάκουγε τις ιστορίες τους

και ζήλευε. Σκεφτόταν τι έχασε όλα αυτά τα χρόνια και αναθεμάτιζε την τύχη του που δεν του έδωσε την ευκαιρία να ζήσει κι αυτός τέτοια γούστα…Λούφαξε λοιπόν δεμένος μέσα στην μπανιέρα ελπίζοντας ότι – κάλιο αργά παρά ποτέ – είχε έρθει και η σειρά του να ζήσει κάτι παρόμοιο. Ως έμπειρος καφετζής είχε στο νου του πως, αφού έφερνε στον Σύλλογο τρεις φάντες και έναν ελληνικό, θα υπήρχε κάπου εκεί τουλάχιστον ένα ακόμη άτομο να συμμετάσχει σε μια ενδεχόμενη παρτούζα.


Εντωμεταξύ η Κασσάνδρα γνωρίζοντας πως θα περάσει το επόμενο τριήμερο δεμένη χειροπόδαρα στην Αίθουσα Προβολών σκέφτηκε να εκμεταλλευτεί τη στιγμή και να κάνει ότι προλάβει με τον καημένο Γιόσνι. Αποφάσισε λοιπόν να τον λύσει. Ο Γιόσνι μόλις έπεσε στο πάτωμα ξύπνησε. Κοίταξε τρομαγμένος δεξιά – αριστερά, κοίταξε και την Κασσάνδρα…Με ελαστικότητα που θα την ζήλευε ακόμη και λάστιχο ζαρτιέρας εξαιρετικής ποιότητας πετάχτηκε στην εξώπορτα, προλαβαίνοντας να αρπάξει μόνο το δερμάτινο μπούστο με τα κορδόνια για να κρύψει τη γύμνια του. Η Κασσάνδρα πετάχτηκε ξωπίσω του σαν αίλουρος που έχει να φάει τριάντα δύο περίπου μέρες, δηλαδή σχεδόν ένα μήνα. Για καλή του τύχη το ασανσέρ ήταν ακόμη στον έκτο. Έκλεισε γρήγορα την πόρτα και πάτησε ισόγειο.
Πριν ξυπνήσει καλά καλά, βρισκόταν ήδη στην αγκαλιά του σεκιουριτά του κτιρίου, ο οποίος τον οδήγησε στο θυρωρείο, τον σκέπασε με μια αφίσα και περίμενε την αστυνομία.


-«Σα δεν ντρέπεσαι σάτυρε…»,
του ’φτυσε και δεν του ξαναμίλησε.

Γύρω του κοντοστεκόντουσαν και τον κοιτούσαν με υποτιμητικό ύφος διάφοροι που έτυχε να βρίσκονται εκείνη τη στιγμή στην είσοδο της οικοδομής. Μόνο στα χείλη ενός ζεύγους ομοφυλόφιλων γερόντων – προφανώς μελών του Συλλόγου – βρήκε μια ζεστή έκφραση συμπόνιας, αλληλεγγύης και σχεδόν κρυφής επιθυμίας…


Δεν πέρασαν πάνω από δέκα λεπτά, που στον Γιόσνι φάνηκαν σαν σαραντατέσσερα περίπου χρόνια και οι δαιμονισμένες σειρήνες τριών περιπολικών και μιας κλούβας σήμαναν το τέλος του εξευτελισμού του. Δεν είχε καταλάβει βέβαια ακριβώς τι είχε συμβεί όλη αυτή την ώρα, πάντως από την κατάσταση στην οποία βρισκόταν την παρούσα στιγμή, σίγουρα ακόμη κι ένα κελί ήταν καλύτερη ιδέα.

Δύο ένοπλοι τον σήκωσαν αγκαζέ και τον μπουζουριάσανε στην κλούβα. Ο Γιόσνι, αγουροξυπνημένος, δεν είχε ακόμη όρεξη να ρωτήσει το πώς και το γιατί. Πέρασε λίγη ώρα χαζεύοντας κάτι γρατσουνιές στο μεταλλικό χρώμα στο εσωτερικό του αστυνομικού αυτοκινήτου, ώσπου η διπλή πόρτα ξανάνοιξε…Η Κασσάνδρα προσγειώθηκε με δύναμη μπροστά του και η μασέλα της, καθώς το σαγόνι της χτύπησε στο πάτωμα, πετάχτηκε και δάγκωσε το αυτί του οδηγού.


-«Αει στο διάολο ψωλόγρια!»,
φώναξε σφαδάζοντας ο οδηγός και γύρισε έξω φρενών προς το μέρος της…

-«κ…κ…κυρία Κάσυ…τι κάνετε εσείς εδώ;»

Ο οδηγός είχε αναγνωρίσει την κολλητή της μητέρας του κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μείνει με ανοιχτό το στόμα. Αυτό ήτανε πράγματι ένα πάρα πολύ γελοίο θέαμα, μιας και ο έκπληκτος οδηγός είχε ένα ανοιχτό στόμα κι ένα κλειστό που του δάγκωνε το αυτί. Ο Γιόσνι, παρόλη την τραγικότητα της κατάστασης έριξε ένα καλό κατούρημα από τα γέλια.


Οι ένοπλοι με την ίδια κίνηση πετάξανε μέσα στην κλούβα τον γερο Μικέ ο οποίος μάταια προσπαθούσε να τους πείσει ότι είναι απλά ο καφετζής. Η εμφάνισή του με τις χειροπέδες, τη λατέξ μάσκα στο κεφάλι και κάτι δαγκάνες στις θηλές δεν άφηνε περιθώρια αξιοπιστίας ως προς τον ισχυρισμό του.

Η τρίτη ίδια κίνηση των ενόπλων έφερε στο εσωτερικό της κλούβας την γνωστή ενενηντάχρονη, που αυτή την φορά φορούσε μόνο έναν μανδύα του Ζορό.


Μαμά!»…
ακούστηκε η φωνή του οδηγού, ο οποίος γύρισε μπροστά του με γουρλωμένα μάτια, και ουρλιάζοντας σανίδωσε το γκάζι. Η κλούβα πετάχτηκε εμπρός και οι επιβάτες – λόγω της αδράνειας – πετάχτηκαν πίσω, έξω από την ανοιχτή πόρτα και βρέθηκαν κάτω στον δρόμο – τον δρόμο της ελευθερίας. Μόνο η Κασσάνδρα αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα με έναν από τους μπάτσους που είχε προλάβει να την πιάσει από τα μαλλιά. Για καλή της τύχη κρατούσε ακόμη εκείνο το βαρύ αρχαίο κινητό τηλέφωνο. Ο μπάτσος για κακή του τύχη ένοιωσε την παλιά τεχνολογία να του συνθλίβει με δύο απανωτά χτυπήματα πρώτα τη μύτη και ύστερα το αριστερό του φρύδι.

Ο περαστικός κόσμος κοιτούσε έκπληκτος, όπως συνηθίζεται σ΄ αυτές τις περιπτώσεις και μόνο δύο χειροκροτήματα έσπαγαν την μονοτονία των συναισθημάτων. Οι δύο υπέργηροι ομοφυλόφιλοι διασκεδάζανε πραγματικά πολύ.

Η κλούβα έκανε μια – καθόλου τρελή πορεία – ολόισια θα την έλεγα, και μπήκε με δύναμη μέσα στην απέναντι εκκλησία. Ο οδηγός με κινήσεις ρομπότ βγήκε από το αυτοκίνητο, άναψε ένα κερί και ζήτησε να δει κάποιον παπά, διάκονο ή όποιον βρισκόταν τέλος πάντων εύκαιρος να του πει δυό ζεστές κουβέντες και να τον ηρεμήσει.

Μέσα στην φασαρία και τη σκόνη ο Γιόσνι, η ενενηντάχρονη και ο γερο Μικές κατάφεραν να τρυπώσουν στο διπλανό Ζάρα. Ενώ πελάτες και προσωπικό είχαν πεταχτεί έξω να συνδράμουν με την παρουσία τους στα γεγονότα και να χουν να λένε το βράδυ: «κοίτα τι μου έτυχε σήμερα…», οι τρεις μπουκάρανε στα δοκιμαστήρια, φόρεσαν ότι βρήκανε μπροστά τους και βγήκαν έξω παριστάνοντας ότι και οι υπόλοιποι. Μάλιστα όταν κάποιος περαστικός ρώτησε τον Γιόσνι να του πει τι συνέβη, ο Γιόσνι του απάντησε πως ο οδηγός ήταν οπαδός παραθρησκευτικής ομάδας σε αποστολή αυτοκτονίας κατά της εκκλησίας του Αγίου Ονούφριου. Ο περαστικός ένα λεπτό αργότερα κινδυνολογούσε στην δημοσιογράφο τοπικού τηλεοπτικού καναλιού, σχετικά με το πώς ο σατανάς έχει παρεισφρήσει ακόμη και στα σώματα ασφαλείας της χώρας μας…

συνεχίζεται…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • Thessaloniki 360 virtual city guide

  • Chalkidiki 360

  • Αrchitectural Visualization

  • Little Planet

Αρέσει σε %d bloggers: